ἁρπάζω

ἁρπάζω грабить, хватать (ср. лат. rapio; Гарпагон)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἁρπάζω" в других словарях:

  • ἁρπάζω — snatch away pres subj act 1st sg ἁρπάζω snatch away pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρπάζω — αρπάζω, άρπαξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αρπάζω — και αρπάχνω και αρπώ άρπαξα, αρπάχτηκα, αρπαγμένος, ως μτβ. 1. αφαιρώ κάτι με τη βία: Νεαρός άρπαξε την τσάντα γυναίκας κι εξαφανίστηκε. 2. πιάνω δυνατά ή γρήγορα: Τον άρπαξα και τον κράτησα, αλλιώς θα τον χτυπούσε το αυτοκίνητο. 3. λεηλατώ,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρπάζω — και αρπάχνω (AM ἁρπάζω) 1. παίρνω ή πιάνω κάτι στα χέρια μου γρήγορα και ορμητικά («άρπαξε το όπλο και πυροβόλησε» πρβλ. «ἁρπάσσω τα ὅπλα», Ξεν. «άρπαξε ο λύκος το πρόβατο») 2. αποσπώ ή παίρνω μαζί μου με τη βία («αρπάξανε μια κοπέλα» πρβλ. «ὅτε… …   Dictionary of Greek

  • ἁρπάζῃ — ἁρπάζω snatch away pres subj mp 2nd sg ἁρπάζω snatch away pres ind mp 2nd sg ἁρπάζω snatch away pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάξει — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg (epic) ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάξῃ — ἁρπάζω snatch away aor subj mid 2nd sg ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσατε — ἁρπάζω snatch away aor imperat act 2nd pl ἁ̱ρπάσατε , ἁρπάζω snatch away aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἁρπάζω snatch away aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσουσι — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd pl (epic) ἁρπάζω snatch away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσουσιν — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd pl (epic) ἁρπάζω snatch away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσσει — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg (epic) ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.